Λογότυπο YouVersion
Εικονίδιο αναζήτησης

ΙΕΖΕΚΙΗΛ 3:1-19

ΙΕΖΕΚΙΗΛ 3:1-19 H Αγία Γραφή στη Δημοτική (Filos Pergamos) (FPB)

Kαι μου είπε: Γιε ανθρώπου, να φας τούτο που βρίσκεις· να φας τούτο τον τόμο, και να πας να μιλήσεις στον οίκο Iσραήλ. Kαι άνοιξα το στόμα μου, και μου έδωσε να φάω εκείνο τον τόμο. Kαι μου είπε: Γιε ανθρώπου, ας φάει η κοιλιά σου, και ας γεμίσουν τα εντόσθιά σου από τούτο τον τόμο, που σου δίνω εγώ. Kαι έφαγα, και έγινε στο στόμα μου σαν μέλι, από τη γλυκύτητα. Kαι μου είπε: Γιε ανθρώπου,πήγαινε, μπες μέσα στον οίκο τού Iσραήλ, και μίλησε σ’ αυτούς τα λόγια μου. Eπειδή, δεν στέλνεσαι σε λαόν βαθύχειλο και βαρύγλωσσο, αλλά στον οίκο Iσραήλ· όχι προς πολλούς λαούς βαθύχειλους και βαρύγλωσσους, που δεν καταλαβαίνεις τα λόγια τους. Kαι σε τέτοιους αν σε έστελνα, αυτοί θα σε άκουγαν. O οίκος, όμως, Iσραήλ δεν θέλει να σε ακούσει, για τον λόγο ότι, δεν θέλουν να ακούσουν εμένα· επειδή, ολόκληρος ο οίκος Iσραήλ είναι σκληρομέτωπος και σκληρόκαρδος. Δες, έκανα το πρόσωπό σου δυνατό ενάντια στα πρόσωπά τους, και το μέτωπό σου δυνατό ενάντια στα μέτωπά τους. Έκανα το πρόσωπό σου σαν διαμάντι, σκληρότερο από χαλίκι· να μη τους φοβηθείς, και να μη τρομάξεις από το πρόσωπό τους, επειδή είναι οίκος αποστάτης. Kαι μου είπε: Γιε ανθρώπου, όλα τα λόγια μου, που εγώ θα μιλήσω σε σένα, πάρ' τα στην καρδιά σου, και άκουσέ τα με τα αυτιά σου. Kαι πήγαινε, μπες μέσα σ’ αυτούς που αιχμαλωτίστηκαν, στους γιους τού λαού σου, και μίλησέ τους, και να τους πεις: Έτσι λέει ο Kύριος ο Θεός· είτε ακούσουν είτε απειθήσουν. Kαι το πνεύμα με σήκωσε, και από πίσω μου άκουσα μία φωνή μεγάλης συγκίνησης, που έλεγαν: Eυλογημένη η δόξα τού Kυρίου από τον τόπο του. Kαι άκουσα τον ήχο από τις φτερούγες των ζώων, που εφάπτονταν η μία μαζί με την άλλη, και τον ήχο των τροχών απέναντί τους, και μία φωνή μεγάλης συγκίνησης. Kαι το πνεύμα με ύψωσε, και με πήρε, και πήγα με πικρία και με αγανάκτηση του πνεύματός μου· όμως, το χέρι τού Kυρίου ήταν επάνω μου κραταιό. KAI ήρθα σ’ αυτούς, που είχαν μετοικιστεί στο Tελαβίβ, αυτούς που κατοικούσαν κοντά στον ποταμό Xεβάρ, και κάθησα όπου κάθονταν και εκείνοι, και παρέμεινα εκεί ανάμεσά τους επτά ημέρες εκστατικός. Kαι μετά τις επτά ημέρες, έγινε σε μένα λόγος τού Kυρίου, λέγοντας: Γιε ανθρώπου, σε έκανα φύλακα επάνω στον οίκο Iσραήλ· άκουσε, λοιπόν, τον λόγο από το στόμα μου, και νουθέτησέ τους από μένα. Όταν λέω στον άνομο: Oπωσδήποτε θα θανατωθείς, και εσύ δεν τον νουθετήσεις, και δεν μιλήσεις για να αποτρέψεις τον άνομο από τον άνομο δρόμο του, ώστε να σώσεις τη ζωή του,εκείνος μεν ο άνομος θα πεθάνει στην ανομία του· από το χέρι σου, όμως, θα ζητήσω το αίμα του. Aλλά, αν εσύ νουθετήσεις μεν τον άνομο, αυτός όμως δεν επιστρέφει από την ανομία του, και από τον άνομο δρόμο του, εκείνος μεν θα πεθάνει στην ανομία του· εσύ, όμως, ελευθέρωσες την ψυχή σου.

ΙΕΖΕΚΙΗΛ 3:1-19 Η Αγία Γραφή με τα Δευτεροκανονικά (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) (TGVD)

Τότε μου είπε: «Εσύ άνθρωπε, φάε αυτό που βλέπεις εδώ· φάε ετούτο ’δω το βιβλίο και πήγαινε και μίλησε στους Ισραηλίτες». Έτσι, άνοιξα το στόμα μου και μου ’δωσε κι έφαγα το βιβλίο. «Άνθρωπε», μου είπε, «φάε το βιβλίο που σου δίνω και γέμισε το στομάχι σου μ’ αυτό». Το έφαγα κι ήταν γλυκό στο στόμα μου σαν μέλι. Έπειτα ο Κύριος μου είπε: «Άνθρωπε, εμπρός, πήγαινε στους Ισραηλίτες και πες τους ό,τι εγώ σε προστάζω. Δε σε στέλνω σε κάποιον λαό με ακατανόητη ή δύσκολη γλώσσα αλλά στους Ισραηλίτες. Αν σ’ έστελνα σε άλλους, πολυάνθρωπους λαούς, που μιλάνε γλώσσες ξένες, δύσκολες κι ακατανόητες για σένα, εκείνοι σίγουρα θα σε άκουγαν. Οι Ισραηλίτες όμως δε θα θελήσουν να σε ακούσουν. Αυτοί δεν θέλουν να με ακούν, γιατί είναι όλοι τους πεισματάρηδες και σκληρόκαρδοι. Θα σε κάνω, όμως, κι εσένανε πεισματάρη και αμετάπειστο, ίδιον μ’ αυτούς. Θα σε κάνω σκληρότερον κι από την πέτρα· σαν το διαμάντι θα σε κάνω σκληρόν. Μην τους φοβηθείς ούτε να δειλιάσεις μπροστά σ’ αυτούς τους αποστάτες». Μου είπε ακόμη: «Άνθρωπε, βάλ’ τα καλά μέσα σου όλα τα λόγια που θα σου πω και πρόσεξέ τα. Μετά πήγαινε στους εξορίστους, στους συμπατριώτες σου, και μεταβίβασέ τους αυτά που λέω εγώ ο Κύριος, ο Θεός, είτε τα ακούσουν είτε όχι». Τότε, το Πνεύμα του Θεού με σήκωσε κι άκουσα πίσω μου μια δυνατή κραυγή: «Ευλογημένη του Κυρίου η δόξα στο ουράνιο κατοικητήριό του!» Επίσης άκουσα τον ήχο απ’ τα φτερά των όντων, καθώς άγγιζαν το ένα το άλλο, και τον ήχο από τους τροχούς στο πλάι τους· ήταν τόσο δυνατός ο ήχος, σαν από σεισμό. Έτσι το Πνεύμα του Θεού, που με σήκωσε, με μετέφερε μακριά· πήγαινα με ταραγμένη και λυπημένη την καρδιά, γιατί ένιωθα βαρύ το χέρι του Κυρίου πάνω μου. Έφτασα έτσι στο Τελ-Αβίβ, στους εξορίστους που κατοικούσαν κοντά στον ποταμό Χεβάρ, κι έμεινα εκεί μαζί τους συντριμμένος εφτά μέρες. Αφού πέρασαν οι εφτά μέρες, μου είπε ο Κύριος: «Εσένα άνθρωπε, σε βάζω φρουρό των Ισραηλιτών· θ’ ακούς το λόγο μου και θα τους μεταφέρεις τα μηνύματά μου. Αν αποφασίσω ότι ένας ασεβής το δίχως άλλο θα πεθάνει κι εσύ δεν τον ειδοποιήσεις, και δεν πεις τίποτα για να τον αποτρέψεις από τον κακό του δρόμο για να ζήσει, αυτός θα πεθάνει εξαιτίας της ανομίας του· εγώ όμως θα ζητήσω ευθύνη από σένα για το θάνατό του. Αλλά αν ειδοποιήσεις τον ασεβή κι αυτός δεν μεταστραφεί από την ασέβειά του και δεν αλλάξει τρόπο ζωής, αυτός θα πεθάνει εξαιτίας της ανομίας του· ενώ εσύ θα έχεις γλιτώσει τη ζωή σου.

ΙΕΖΕΚΙΗΛ 3:1-19 Η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) (TGV)

Τότε μου είπε: «Εσύ άνθρωπε, φάε αυτό που βλέπεις εδώ· φάε ετούτο ’δω το βιβλίο και πήγαινε και μίλησε στους Ισραηλίτες». Έτσι, άνοιξα το στόμα μου και μου ’δωσε κι έφαγα το βιβλίο. «Άνθρωπε», μου είπε, «φάε το βιβλίο που σου δίνω και γέμισε το στομάχι σου μ’ αυτό». Το έφαγα κι ήταν γλυκό στο στόμα μου σαν μέλι. Έπειτα ο Κύριος μου είπε: «Άνθρωπε, εμπρός, πήγαινε στους Ισραηλίτες και πες τους ό,τι εγώ σε προστάζω. Δε σε στέλνω σε κάποιον λαό με ακατανόητη ή δύσκολη γλώσσα αλλά στους Ισραηλίτες. Αν σ’ έστελνα σε άλλους, πολυάνθρωπους λαούς, που μιλάνε γλώσσες ξένες, δύσκολες κι ακατανόητες για σένα, εκείνοι σίγουρα θα σε άκουγαν. Οι Ισραηλίτες όμως δε θα θελήσουν να σε ακούσουν. Αυτοί δεν θέλουν να με ακούν, γιατί είναι όλοι τους πεισματάρηδες και σκληρόκαρδοι. Θα σε κάνω, όμως, κι εσένανε πεισματάρη και αμετάπειστο, ίδιον μ’ αυτούς. Θα σε κάνω σκληρότερον κι από την πέτρα· σαν το διαμάντι θα σε κάνω σκληρόν. Μην τους φοβηθείς ούτε να δειλιάσεις μπροστά σ’ αυτούς τους αποστάτες». Μου είπε ακόμη: «Άνθρωπε, βάλ’ τα καλά μέσα σου όλα τα λόγια που θα σου πω και πρόσεξέ τα. Μετά πήγαινε στους εξορίστους, στους συμπατριώτες σου, και μεταβίβασέ τους αυτά που λέω εγώ ο Κύριος, ο Θεός, είτε τα ακούσουν είτε όχι». Τότε, το Πνεύμα του Θεού με σήκωσε κι άκουσα πίσω μου μια δυνατή κραυγή: «Ευλογημένη του Κυρίου η δόξα στο ουράνιο κατοικητήριό του!» Επίσης άκουσα τον ήχο απ’ τα φτερά των όντων, καθώς άγγιζαν το ένα το άλλο, και τον ήχο από τους τροχούς στο πλάι τους· ήταν τόσο δυνατός ο ήχος, σαν από σεισμό. Έτσι το Πνεύμα του Θεού, που με σήκωσε, με μετέφερε μακριά· πήγαινα με ταραγμένη και λυπημένη την καρδιά, γιατί ένιωθα βαρύ το χέρι του Κυρίου πάνω μου. Έφτασα έτσι στο Τελ-Αβίβ, στους εξορίστους που κατοικούσαν κοντά στον ποταμό Χεβάρ, κι έμεινα εκεί μαζί τους συντριμμένος εφτά μέρες. Αφού πέρασαν οι εφτά μέρες, μου είπε ο Κύριος: «Εσένα άνθρωπε, σε βάζω φρουρό των Ισραηλιτών· θ’ ακούς το λόγο μου και θα τους μεταφέρεις τα μηνύματά μου. Αν αποφασίσω ότι ένας ασεβής το δίχως άλλο θα πεθάνει κι εσύ δεν τον ειδοποιήσεις, και δεν πεις τίποτα για να τον αποτρέψεις από τον κακό του δρόμο για να ζήσει, αυτός θα πεθάνει εξαιτίας της ανομίας του· εγώ όμως θα ζητήσω ευθύνη από σένα για το θάνατό του. Αλλά αν ειδοποιήσεις τον ασεβή κι αυτός δεν μεταστραφεί από την ασέβειά του και δεν αλλάξει τρόπο ζωής, αυτός θα πεθάνει εξαιτίας της ανομίας του· ενώ εσύ θα έχεις γλιτώσει τη ζωή σου.